ψαράδικο
το, ουσ.
- (ναυτ.) πλοίο κατάλληλα διαμορφωμένο για αλιευτικές εργασίες
- κατάστημα πώλησης ψαριών, ιχθυοπωλείο, [πληθ.] ψαράδικα, η ψαραγορά, η ιχθυαγορά.
- (ενδυμ.) ενδυματολογικό στυλ παντελονιού που τελειώνει κάτω από το γόνατο, στυλ που θυμίζει τον ψαρά που ανασηκώνει την άκρη του παντελονιού του.
Ετυμολογία
< ψαρ(άς) + -άδικο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψαράδικο», σ. 927. https://navalhistory.gr/lexiko/ψαραδικο/