navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τοιχίζω

τοιχίζω

ρ. [μετβ.]

  1. κλείνω με τοίχο έναν χώρο
  2. (ναυτ.) γέρνω από τη μία πλευρά, μπατάρω.

Ετυμολογία

< τοῖχος [= τοίχος οικίας ή αυλής, -στον πληθ.- τα πλάγια ή τα πλευρά πλοίου] + -ίζω.

Παράγωγα

τοίχιση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τοιχίζω», σ. 833. https://navalhistory.gr/lexiko/τοιχιζω/