τοιχίζω
ρ. [μετβ.]
- κλείνω με τοίχο έναν χώρο
- (ναυτ.) γέρνω από τη μία πλευρά, μπατάρω.
Ετυμολογία
< τοῖχος [= τοίχος οικίας ή αυλής, -στον πληθ.- τα πλάγια ή τα πλευρά πλοίου] + -ίζω.
Παράγωγα
τοίχιση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τοιχίζω», σ. 833. https://navalhistory.gr/lexiko/τοιχιζω/