μπαλόνι
το, ουσ.

- ελαστικός εύκαμπτος σάκος που περιέχει αέρια, όπως ήλιο, υδρογόνο, νιτρώδες οξύ, οξυγόνο, αέρα κ.λπ. χρήσιμο σε επιστημονικές παρατηρήσεις αλλά και ως παιδικό παιχνίδι
- διακοσμητικό είδος
- το αερόστατο
- (ιατρ.) [υποκ.] μπαλονάκι, επεμβατική μέθοδος για τη διάνοιξη φραγμένης αρτηρίας του σώματος
- (ναυτ.) α) σφαιρικό ιστίο για ουριοδρομία, αλλά και β) παράβλημα, δηλ. προστατευτικό κατασκεύασμα σκάφους, δες μπαλότσα.
Ετυμολογία
< γαλλ. ballon, ή
ή ιταλ. (διαλεκτ.) ballon(e) -ι, ή
ή < βενετ. balόn.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπαλόνι», σ. 541. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαλονι/