δένω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- ενώνω κάτι για να μην πέσει
- στερεώνω
- συσκευάζω
- (μτφ.) δεσμεύω κάποιον με υπόσχεση
- (ναυτ.) [για πλοία] α) πιάνω σε λιμάνι, προσορμίζομαι, αγκυροβολώ, ορμίζω, ρεμιτζάρω, β) βρίσκομαι εκτός λειτουργίας, ακινητοποιούμαι, γ) θέτω το σκάφος σε μόνιμο ελλιμενισμό με σκοπό την οριστική απόσυρσή του
- σιγουρεύω κάτι
- κάνω μάγια σε κάποιον
- (μτφ.) αποκτώ σφικτό σώμα
- πήζω κάποιο υγρό, χυλώνω
- (μέσ.) δένομαι, δημιουργώ συναισθηματικούς δεσμούς με κάποιον.
Ετυμολογία
μτγν. ή μσν. δένω < αρχ. δέω [= δένω, σφίγγω, δεσμεύω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δένω», σ. 202. https://navalhistory.gr/lexiko/δενω/