navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δένω

δένω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. ενώνω κάτι για να μην πέσει
  2. στερεώνω
  3. συσκευάζω
  4. (μτφ.) δεσμεύω κάποιον με υπόσχεση
  5. (ναυτ.) [για πλοία] α) πιάνω σε λιμάνι, προσορμίζομαι, αγκυροβολώ, ορμίζω, ρεμιτζάρω, β) βρίσκομαι εκτός λειτουργίας, ακινητοποιούμαι, γ) θέτω το σκάφος σε μόνιμο ελλιμενισμό με σκοπό την οριστική απόσυρσή του
  6. σιγουρεύω κάτι
  7. κάνω μάγια σε κάποιον
  8. (μτφ.) αποκτώ σφικτό σώμα
  9. πήζω κάποιο υγρό, χυλώνω
  10. (μέσ.) δένομαι, δημιουργώ συναισθηματικούς δεσμούς με κάποιον.

Ετυμολογία

μτγν. ή μσν. δένω < αρχ. δέω [= δένω, σφίγγω, δεσμεύω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δένω», σ. 202. https://navalhistory.gr/lexiko/δενω/