καβοδέτης
ο, καβοδέτρια, η, ουσ.
(ναυτ.) ναυτεργάτης ή μέλος του πληρώματος σκάφους που είναι επιφορτισμένος με το καθήκον της καβοδεσίας [της διαδικασίας δηλ. πρόσδεσης του σκάφους με κάβους στον προβλήτα].
Ετυμολογία
< κάβ(ος) + -ο- + -δέτης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καβοδέτης», σ. 381. https://navalhistory.gr/lexiko/καβοδετησ/