navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πυργίσκος

πυργίσκος

ο, ουσ.

  1. μικρός πύργος
  2. (ναυτ.) κλειστός θωρακισμένος χώρος σε πολεμικό πλοίο που βρίσκεται σε υψηλό σημείο για καλύτερη εποπτεία της θαλάσσιας έκτασης και ακριβέστερη καθοδήγηση των βολών σε ώρα μάχης
  3. (στρατ.) περιστροφικός χώρος σε τεθωρακισμένο άρμα μάχης που επιτρέπει την καλύτερη οπτική στο πεδίο μάχης για την αποτελεσματικότερη σκόπευση.

Ετυμολογία

υποκ. της λ. πύργος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυργίσκος», σσ. 716-717. https://navalhistory.gr/lexiko/πυργισκοσ/