παρέλκω
ρ. [μετβ.]
- κάνω κάτι να διαρκέσει περισσότερο απ’ όσο είναι απαραίτητο, συνών. τρενάρω, επιβραδύνω, αντών. επιταχύνω
- (ναυτ.) τραβώ από την ξηρά με τη βοήθεια πάρολκου [= τύπος σχοινιού, δες λ.] και κόντρα στο ρεύμα, κάποιο σκάφος, συνών. ρυμουλκώ, προέλκω.
Ετυμολογία
< παρ(ά)- + (αρχ.) ἕλκω [= σέρνω, σύρω].
Παράγωγα
παρέλκυση, παρελκυσμός, παρελκυστής, παρελκυστήριος, πάρελξη, παρολκή, πάρολκος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρέλκω», σ. 639. https://navalhistory.gr/lexiko/παρελκω/