navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παρέλκω

παρέλκω

ρ. [μετβ.]

  1. κάνω κάτι να διαρκέσει περισσότερο απ’ όσο είναι απαραίτητο, συνών. τρενάρω, επιβραδύνω, αντών. επιταχύνω
  2. (ναυτ.) τραβώ από την ξηρά με τη βοήθεια πάρολκου [= τύπος σχοινιού, δες λ.] και κόντρα στο ρεύμα, κάποιο σκάφος, συνών. ρυμουλκώ, προέλκω.

Ετυμολογία

< παρ(ά)- + (αρχ.) ἕλκω [= σέρνω, σύρω].

Παράγωγα

παρέλκυση, παρελκυσμός, παρελκυστής, παρελκυστήριος, πάρελξη, παρολκή, πάρολκος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρέλκω», σ. 639. https://navalhistory.gr/lexiko/παρελκω/