σφουγγαράς
ο, ουσ. [πληθ. -άδες]
- (ναυτ.) α) αυτός που μαζεύει σφουγγάρια από το βυθό της θάλασσας, συνών. ο βουτηχτής, β) ο επαγγελματίας ψαράς ή δύτης που ασχολείται βιοποριστκά με το ψάρεμα των σφουγγαριών, συνών. ο σπογγαλιέας
- αυτός που πουλάει σφουγγάρια.
Ετυμολογία
< σφουγγάρ(ι) + -άς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφουγγαράς», σ. 812. https://navalhistory.gr/lexiko/σφουγγαρασ/