άκρα
τα, ουσ.
- (ανατ.) τα χέρια και τα πόδια του σώματος
- (ιστορ.) η περιοχή των συνόρων στη βυζαντινή αυτοκρατορία, εξού και ακρίτες
- το ακραίο σημείο στη συμπεριφορά, οι ακρότητες, οι υπερβολές
- (ναυτ.) το ακρωτήριο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄκρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άκρα», σ. 57. https://navalhistory.gr/lexiko/ακρα/