navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δεξαμενισμός

δεξαμενισμός

ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]

(ναυτ.) α) είσοδος και παραμονή σκάφους σε πλωτή ή μόνιμη δεξαμενή ναυπηγείου με σκοπό τη συντήρησή του, β) «μέθοδος δεξαμενισμού» (Drydock) μέθοδος διάλυσης πλοίου με εισαγωγή του σκάφους σε ναυπηγική δεξαμενή, με αποστράγγιση των νερών στη συνέχεια και σταδιακή κοπή των τμημάτων του.

Ετυμολογία

< δεξαμενή + [κατάλ.] -ισμός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεξαμενισμός», σ. 202. https://navalhistory.gr/lexiko/δεξαμενισμοσ/