τέρμονας
ο, ουσ.
- σύνορο αγρού, (αρχ.) α) όριο, σύνορο, β) τέρμα, όριο, γ) φράχτης
- (ναυτ.) καθεμιά από τις γλυπτές διακοσμήσεις του άβακα της πρύμνης, τα στολίδια του αϊνά [δες λ.].
Ετυμολογία
< αρχ. τέρμων.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέρμονας», σ. 825. https://navalhistory.gr/lexiko/τερμονασ/