navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τέρμονας

τέρμονας

ο, ουσ.

  1. σύνορο αγρού, (αρχ.) α) όριο, σύνορο, β) τέρμα, όριο, γ) φράχτης
  2. (ναυτ.) καθεμιά από τις γλυπτές διακοσμήσεις του άβακα της πρύμνης, τα στολίδια του αϊνά [δες λ.].

Ετυμολογία

< αρχ. τέρμων.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέρμονας», σ. 825. https://navalhistory.gr/lexiko/τερμονασ/