νάβα
η, ουσ.
(ναυτ.) τρίστηλο ιστιοφόρο εμπορικό πλοίο που έφερε εξαρτισμό αλλά και εξοπλισμό ενός πολεμικού δρόμωνα [δες λ.].
Ετυμολογία
< ιταλ. nave < λατιν. navis [= πλοίο].
Παράγωγα
ναβέτα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νάβα», σ. 557. https://navalhistory.gr/lexiko/ναβα/