εξαγορά
η, ουσ.
- (οικον.) η αγορά αντικειμένου ή επιχείρησης ή εταιρείας με δικαίωμα πλήρους κυριότητας
- η απελευθέρωση κρατούμενου μετά από καταβολή χρημάτων για το σύνολο ή το υπόλοιπο της χρονικής διάρκειας της φυλάκισής του
- αποζημίωση, λύτρα
- (μτφ.) εξασφάλιση πλεονεκτημάτων μετά από δωροδοκία
- [φρ.] (ναυτ.) «εξαγορά σταλιών».
Ετυμολογία
< μτγν. ἐξαγοράζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξαγορά», σ. 274. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαγορα/