σταμίνα
η, ουσ.
- (ναυτ.) καθένα από τα όρθια ή κάθετα ξύλινα ή σιδερένια κομμάτια που συγκρατούν τα σκέλη των νομέων στον σκελετό του σκάφους, αλλιώς: σκαρμός της πόστας
- (αρχ.) α) καθένα από τα ορθά ξύλα στα πλάγια του πλοίου που ξεκινούν από την τρόπιδα και υποβαστάζουν το κατάστρωμα του σκάφους, β) επηγκενίδα, καθεμιά από τις οριζόντιες σανίδες στα πλάγια του σκάφους.
Ετυμολογία
< αρχ. ἵστημι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σταμίνα», σ. 781. https://navalhistory.gr/lexiko/σταμινα/