βορράς
Και: βοριάς, βορέας
ο, ουσ.
[διεθνής ονομασία: North]
- το ένα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
- (μετεωρ.) βόρειος άνεμος, συνών. τραμουντάνα, [λαϊκ.] απαρκτίας [= αυτός που φυσά από τη διεύθυνση του αστερισμού της Άρκτου], βίτσης, [ ο άνεμος που προέρχεται από το βουνό Βίτσι]
- [ως κύρ. όν.] (μυθολ.) ο *Βορέας, προσωποποίηση του βόρειου ανέμου
- (ναυτ.) «ο αληθής βορράς», είναι η κατεύθυνση του βόρειου πόλου της Γης, την οποία για κάθε τόπο δείχνει ο μεσημβρινός του ίδιου του τόπου, «ο μαγνητικός βορράς», είναι η κατεύθυνση, την οποία δείχνει η μαγνητική βελόνα της πυξίδας, όταν αυτή επηρεάζεται μόνο από το μαγνητικό πεδίο της Γης, «ο βορράς πυξίδας», είναι η κατεύθυνση που δείχνει η βελόνα της μαγνητικής πυξίδας που επηρεάζεται από το γήινο μαγνητικό πεδίο και από το πεδίο του μαγνητισμού του σιδερένιου πλοίου στο οποίο είναι τοποθετημένη.
Ετυμολογία
< αρχ. βορρέας.
Παράγωγα
βοριακός, [= βόρειος], βορίζω, [= μεταβάλλομαι σε ψυχρό άνεμο]. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Βορέας, γιος του Αιόλου ή της Ηούς (Αυγής) και του Αστραίου, ή του Στρυμόνα και της Ευτέρπης. Αδέλφια του ο Ζέφυρος, ο Εύρος και ο Νότος. Όπως η λαϊκή παράδοση έτσι και οι μύθοι περιγράφουν το Βορέα ως φτερωτό δαίμονα, με άγρια μαλλιά και γένια, ντυμένο με κοντό πτυχωτό χιτώνα. Ερωτεύτηκε την Ωρείθυια, και απέκτησε μαζί της τέσσερα παιδιά, δυο γιους, τους φτερωτούς Βορεάδες Ζήτη και Κάλαϊ, και δυο κόρες, την Κλεοπάτρα και τη Χιόνη.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βορράς και βοριάς και βορέας», σ. 162. https://navalhistory.gr/lexiko/βορρασ-και-βοριασ-και-βορεασ/