πρυμναίος
-α, -ο, και πρυμνήσιος, -ια, -ιο, και πρυμνιός, -ιά, -ιό, επίθ.
(ναυτ.) α) αυτός που βρίσκεται στο μέρος της πρύμνης, αντών. πρωραίος, (φρ.) «πρυμναίος εργάτης [δηλ. μηχανισμός έλξης] / κυματισμός / πλαγιοδέτης / μηχανισμός πηδαλιουχήσεως», «πρυμναίο βύθισμα πλοίου / κάθισμα λέμβου / κατάστρωμα / κύτος / οιακοστρόφιο / στεγανό», «πρυμναία δεξαμενή ζυγοστάθμισης / θυρίδα φόρτωσης / λέμβος / παραφωτίδα», β) [το ουδ. πληθ. ως ουσ.] τα πρυμνήσια, τα χονδρά σχοινιά (γνωστά και ως κάβοι) με τα οποία δένεται το πλοίο από την πρύμη στην ξηρά, αλλιώς: πρυμάτσες.
Ετυμολογία
< μτγν. πρυμναῖος < πρύμνα και πρύμνη [δες λ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρυμναίος», σ. 711. https://navalhistory.gr/lexiko/πρυμναιοσ/