αναβάθρα
η, ουσ.
- (ναυτ.) α) κινητή σκάλα πλοίου, ανεμόσκαλα, κατασκευαστικά ένας συνδυασμός σχοινιού και ξύλινων βαθμίδων, συνών. σκαλιέρα, β) μετακινούμενη σανίδα, στερεωμένη η μία άκρη στο σκάφος και η άλλη στο μόλο, με σκοπό την επιβίβαση ή αποβίβαση σε μικρό συνήθως σκάφος
- σκαλοπάτι
- (αρχαιολ.) κεκλιμένο επίπεδο που διευκόλυνε τη μετακίνηση μέσα σε αρχαίο ναό.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀναβάθρα < ἀνά- + βάθρο(ν) < βαίνω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναβάθρα», σ. 76. https://navalhistory.gr/lexiko/αναβαθρα/