πανί
το, ουσ.
- (ενδυμ.) α) λινό ή βαμβακερό ύφασμα, β) κομμάτι υφάσματος
- μακρόστενο κομμάτι μαλακού υφάσματος κατάλληλο για το τύλιγμα του βρέφους, συνών. σπάργανα
- (ναυτ.) ιστίο πλοίου, συνών. άρμενο.
Ετυμολογία
< μσν. πανίον, υποκ. του μτγν. πάννος < λατιν. pannus [= κουρέλι, ύφασμα, ρούχο].
Παράγωγα
πανιάζω, πάνιασμα, πάνινος, πανιάρα [= α) γυναίκα που καθαρίζει το φούρνο με πανί, β) πυρολαβίδα, μασιά], πανιστής, πάνιστρο [= 1. μασιά, 2. ύφασμα, συνήθως λινάτσα, για το καθάρισμα της επιφάνειας του φούρνου ή για σκέπασμα των ψωμιών ή για τη μεταφορά τους], πάνισμα, πανίζω, πανιάρης, πάνα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πανί», σ. 626. https://navalhistory.gr/lexiko/πανι/