αρναούτης
ο, ουσ.
- (εθνολ.) α) ο κάτοικος της Αλβανίας, β) αυτός που κατάγεται κυρίως από τη Βόρεια Αλβανία, o Αλβανός
- (μτφ. ως χαρακτηρισμός) ο άξεστος, ο πεισματάρης, ο ξεροκέφαλος άνθρωπος, (φρ.) «μ’ αυτόν τον αρναούτη δε μπορώ να συνεννοηθώ»,
- (φυτολ.) το αρναούτι, ποικιλία σιταριού που καλλιεργείτε στον θεσσαλικό κάμπο
- (γεωγρ.) [ως κυρ. όν.] ακρωτήριο της Κύπρου
- (χορ.) ελληνικός δημοτικός χορός [επίθ.]
- (ναυτ.) είδος ναυτικού κόμπου, αραβόκομπος.
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) τουρκ. Αrnavut [= Αλβανός, Αρβανίτης], χαλαρή άρθρωση του [v] στα τουρκ. < μσν. Αρβανίτης· Αρναούτ(ης), εκδοχή που καταγράφεται στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη.
Παράγωγα
αρναούτικος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρναούτης», σ. 119. https://navalhistory.gr/lexiko/αρναουτησ/