ναυτεργατικός
-ή, -ό, επίθ.
(ναυτ.) αυτός που σχετίζεται με τους ναυτεργάτες.
Ετυμολογία
< ναυτεργάτης + [καταλ.] -ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυτεργατικός», σ. 566. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυτεργατικοσ/