αετός
ο, ουσ.
- (ορνιθ.) σαρκοφάγο αρπακτικό πτηνό
- ο χαρταετός, παιχνίδι που συνήθως παίζεται από μικρούς και μεγάλους την Καθαρή Δευτέρα
- σημαία των Περσών και των Ρωμαίων
- σύμβολο δύναμης των εθνικιστών
- (μτφ.) ο έξυπνος άνθρωπος
- (ιχθυολ.) μεγάλο σαλάχι, ο μυλιοβάτης αετός, επιστ. ονομ.: myliobatis aquila [διώνυμο], διαθέτει δύο πλατιά τριγωνικά πτερύγια που του δίνουν την όψη αρπακτικού πουλιού με ανοιγμένα φτερά και μακριά ουρά
- (ναυτ.) α) η ελεύθερη πρυμνιά πλευρά στο τριγωνικό πανί, β) [παλαιότερα] η δίωρη φυλακή.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀετός, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από την ιταλ. aquilone, [για την 7η ερμ.] από το βενετ. gaetόn ή gaitόn.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αετός», σ. 47. https://navalhistory.gr/lexiko/αετοσ/