navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αετός

αετός

ο, ουσ.

  1. (ορνιθ.) σαρκοφάγο αρπακτικό πτηνό
  2. ο χαρταετός, παιχνίδι που συνήθως παίζεται από μικρούς και μεγάλους την Καθαρή Δευτέρα
  3. σημαία των Περσών και των Ρωμαίων
  4. σύμβολο δύναμης των εθνικιστών
  5. (μτφ.) ο έξυπνος άνθρωπος
  6. (ιχθυολ.) μεγάλο σαλάχι, ο μυλιοβάτης αετός, επιστ. ονομ.: myliobatis aquila [διώνυμο], διαθέτει δύο πλατιά τριγωνικά πτερύγια που του δίνουν την όψη αρπακτικού πουλιού με ανοιγμένα φτερά και μακριά ουρά
  7. (ναυτ.) α) η ελεύθερη πρυμνιά πλευρά στο τριγωνικό πανί, β) [παλαιότερα] η δίωρη φυλακή.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀετός, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από την ιταλ. aquilone, [για την 7η ερμ.] από το βενετ. gaetόn ή gaitόn.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αετός», σ. 47. https://navalhistory.gr/lexiko/αετοσ/