γιοτ
το, άκλ. ουσ.

(ναυτ.) είδος πολυτελούς μηχανοκίνητου ή ιστιοφόρου σκάφους, κατάλληλο για ταξίδια αναψυχής, συνών. κότερο, θαλαμηγός.
Ετυμολογία
< αγγλ. yacht < ολλανδ. Jaght [= καταδιώκω, κυνηγώ].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γιοτ», σ. 183. https://navalhistory.gr/lexiko/γιοτ/