navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μίζα

μίζα

η, ουσ.

μίζα, εικόνα από το έντυπο
  1. χρηματικό ποσό που χρησιμοποιεί παίκτης στη διάρκεια κάποιου τυχερού παιχνιδιού
  2. (οικον.) α) μερίδιο από κέρδη αμφιβόλου προέλευσης, β) νόμιμο μερίδιο που δίδεται μετά από τη μεσολάβηση σε αγοροπωλησία, προμήθεια
  3. (τεχνολ.) μικρός και ισχυρός ηλεκτρικός μηχανισμός, μηχανοκίνητου μέσου, λεωφορείου, αυτοκινήτου κ.λπ. που θέτει τον κινητήρα εσωτερικής καύσης σε λειτουργία, συνών. εκκινητήρας, εκκινητής
  4. (ναυτ.) πολεμικό αντικείμενο των πυρπολητών του 1821
  5. (μτφ.) ελάχιστη ποσότητα.

Ετυμολογία

< γαλλ. mise < mettre [= βάζω, τοποθετώ].

Παράγωγα

μιζαδόρος, μιζαδόρα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μίζα», σσ. 527-528. https://navalhistory.gr/lexiko/μιζα/