μίζα
η, ουσ.

- χρηματικό ποσό που χρησιμοποιεί παίκτης στη διάρκεια κάποιου τυχερού παιχνιδιού
- (οικον.) α) μερίδιο από κέρδη αμφιβόλου προέλευσης, β) νόμιμο μερίδιο που δίδεται μετά από τη μεσολάβηση σε αγοροπωλησία, προμήθεια
- (τεχνολ.) μικρός και ισχυρός ηλεκτρικός μηχανισμός, μηχανοκίνητου μέσου, λεωφορείου, αυτοκινήτου κ.λπ. που θέτει τον κινητήρα εσωτερικής καύσης σε λειτουργία, συνών. εκκινητήρας, εκκινητής
- (ναυτ.) πολεμικό αντικείμενο των πυρπολητών του 1821
- (μτφ.) ελάχιστη ποσότητα.
Ετυμολογία
< γαλλ. mise < mettre [= βάζω, τοποθετώ].
Παράγωγα
μιζαδόρος, μιζαδόρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μίζα», σσ. 527-528. https://navalhistory.gr/lexiko/μιζα/