πορτογ(κ)έζα
η, ουσ.
(ναυτ.) είδος ναυτικού κόμπου με τον οποίο συνδέονται δύο σχοινιά στο σημείο της διασταύρωσής τους, συνών. σταυρόδεσμος, ψαλιδόδεσμος.
Ετυμολογία
< ιταλ. portoghese.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πορτογ(κ)έζα», σ. 689. https://navalhistory.gr/lexiko/πορτογκεζα/