ναυτομεσίτης
ο, ουσ.
- Ναυτικοί όροι
- από το 1861
(ναυτ.) πρόσωπο που αναλαμβάνει να εξασφαλίσει, έναντι αμοιβής, στους πλοιοκτήτες ή στη ναυτική εταιρεία που εκμεταλλεύεται το σκάφος, πλήρωμα για το πλοίο τους.
Ετυμολογία
< ναυτο- + μεσίτης, η λ. μαρτυρείται από το 1861 στο «Γαλλοελληνικόν Λεξικόν» των Σχινά και Λεβαδέως.
Παράγωγα
ναυτομεσιτικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυτομεσίτης», σ. 569. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυτομεσιτησ/