παραστήλιο
το, ουσ.
(ναυτ.) μικρός ιστός, συνήθως, κοντά στη στήλη του επίδρομου (αλλιώς: μπούμα = τραπεζοειδές πανί στην πρύμνη) σε ορισμένους τύπους ιστιοφόρων σκαφών, με σκοπό να δεχθεί πρόσθετο πανί, αλλιώς: αρμπορέτο του πικιού.
Ετυμολογία
< παρά- + στήλιο(ν) < στήλη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραστήλιο», σ. 636. https://navalhistory.gr/lexiko/παραστηλιο/