αρμάδα
η, ουσ.
- (στρατ.) πολεμικός στόλος
- (ναυτ.) στόλος, κυρίως παλιών πολεμικών πλοίων, συνών. πολεμικό ναυτικό
- πλήθος ενόπλων.
Ετυμολογία
< βενετ. armada < ισπαν. armada [= ισπανικός στόλος που νικήθηκε το 1588 από τους Άγγλους] < λατιν. armata < arma [= όπλα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Από τον Τύπο
Αρμάδα 131 πλοίων «βγάζει» η Τουρκία σε Αιγαίο και Μεσόγειο. Τη Δευτέρα ξεκινά η άσκηση «Θαλασσόλυκος 2019». [10-5-2019]
Από τον Τύπο
H αρμάδα του Τράμπ αντί για την Κορέα έπλεε προς Αυστραλία. [6-4-2017]
Από τον Τύπο
Κινεζικά και ρωσικά σκάφη ακολουθούν την αμερικανική αρμάδα που πηγαίνει στη Βόρεια. Κορέα. [18-4-2017]
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρμάδα», σ. 117. https://navalhistory.gr/lexiko/αρμαδα/