navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρμάδα

αρμάδα

η, ουσ.

  1. (στρατ.) πολεμικός στόλος
  2. (ναυτ.) στόλος, κυρίως παλιών πολεμικών πλοίων, συνών. πολεμικό ναυτικό
  3. πλήθος ενόπλων.

Ετυμολογία

< βενετ. armada < ισπαν. armada [= ισπανικός στόλος που νικήθηκε το 1588 από τους Άγγλους] < λατιν. armata < arma [= όπλα].

Συνώνυμα στο λεξικό

Από τον Τύπο

Αρμάδα 131 πλοίων «βγάζει» η Τουρκία σε Αιγαίο και Μεσόγειο. Τη Δευτέρα ξεκινά η άσκηση «Θαλασσόλυκος 2019». [10-5-2019]

www.newsbeast.gr

Από τον Τύπο

H αρμάδα του Τράμπ αντί για την Κορέα έπλεε προς Αυστραλία. [6-4-2017]

http://www.riknews.com.cy

Από τον Τύπο

Κινεζικά και ρωσικά σκάφη ακολουθούν την αμερικανική αρμάδα που πηγαίνει στη Βόρεια. Κορέα. [18-4-2017]

www.iefimerida.gr/news

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρμάδα», σ. 117. https://navalhistory.gr/lexiko/αρμαδα/