αράπης
ο, ουσ.
- (μειωτ.) αυτός που ανήκει στη μαύρη φυλή, ο μαύρος, ο μελαψός, (παροιμ.) «τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς», λέγεται για άνθρωπο αδιόρθωτο
- (λαϊκότροπο) ο Άραβας
- (λαογρ.) κακοποιό πνεύμα που στα παιδικά αναγνώσματα αποτελεί τον μπαμπούλα
- (ναυτ.) τριγωνικό ιστίο [πανί] της κατηγορίας των φλόκων, που συνοδεύεται με μάτσα στο κάτω μέρος του, για να κινείται ελεύθερα, χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση.
Ετυμολογία
< τουρκ. Arap + -ης < αραβ. ῾Arab.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αράπης», σ. 114. https://navalhistory.gr/lexiko/αραπησ/