navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αράπης

αράπης

ο, ουσ.

  1. (μειωτ.) αυτός που ανήκει στη μαύρη φυλή, ο μαύρος, ο μελαψός, (παροιμ.) «τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς», λέγεται για άνθρωπο αδιόρθωτο
  2. (λαϊκότροπο) ο Άραβας
  3. (λαογρ.) κακοποιό πνεύμα που στα παιδικά αναγνώσματα αποτελεί τον μπαμπούλα
  4. (ναυτ.) τριγωνικό ιστίο [πανί] της κατηγορίας των φλόκων, που συνοδεύεται με μάτσα στο κάτω μέρος του, για να κινείται ελεύθερα, χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση.

Ετυμολογία

< τουρκ. Arap + -ης < αραβ. ῾Arab.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αράπης», σ. 114. https://navalhistory.gr/lexiko/αραπησ/