navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκπεσμός

εκπεσμός

ο, ουσ.

  1. κατάπτωση και παρακμή, ξεπεσμός
  2. έκπτωση, υποτίμηση της αγοραστικής αξίας
  3. (ναυτ.) η πλάγια μετατόπιση ενός σκάφους εξαιτίας της ώθησης από τον άνεμο, κατά τη διάρκεια της πλεύσης.

Ετυμολογία

< εκπίπτω + -μός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκπεσμός», σ. 253. https://navalhistory.gr/lexiko/εκπεσμοσ/