εκπεσμός
ο, ουσ.
- κατάπτωση και παρακμή, ξεπεσμός
- έκπτωση, υποτίμηση της αγοραστικής αξίας
- (ναυτ.) η πλάγια μετατόπιση ενός σκάφους εξαιτίας της ώθησης από τον άνεμο, κατά τη διάρκεια της πλεύσης.
Ετυμολογία
< εκπίπτω + -μός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκπεσμός», σ. 253. https://navalhistory.gr/lexiko/εκπεσμοσ/