φαλαινοθηρία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(ναυτ.) η αλιεία φάλαινας.
Ετυμολογία
< φαλαινοθήρ(ας) + - ία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φαλαινοθηρία», σ. 883. https://navalhistory.gr/lexiko/φαλαινοθηρια/