μόδολο
το, ουσ.
(ναυτ.) λεπτό πλανιαρισμένο ξύλο, το πλάτος του τόσο όσο το άνοιγμα των ματιών του διχτυού που επρόκειτο να κατασκευαστεί, λειτουργούσε ως μετράδι, ως υπόδειγμα.
Ετυμολογία
< ιταλ. modulo [= υπόδειγμα, παράδειγμα], ή
ή < ιταλ. moddelo [= υπόδειγμα, σχέδιο, πρόπλασμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μόδολο», σ. 530. https://navalhistory.gr/lexiko/μοδολο/