ζεργίνα
η, ουσ.
(ναυτ.) διπλό σχοινί με το οποίο τυλίγουμε – περιζώνουμε - ογκώδη και βαριά αντικείμενα, συνήθως κυλινδρικού σχήματος, όπως λ.χ. τα βαρέλια, για ν’ ασφαλίσουμε καλύτερα τη μεταφορά τους, αλλιώς: [παλαιότερα] κυλιστήριον [καθαρ.].
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζεργίνα», σ. 326. https://navalhistory.gr/lexiko/ζεργινα/