άκατος
η, ουσ.
- (ναυτ.) α) μικρό πλεούμενο, πλοιάριο, β) μικρό εμπορικό πλοίο των αρχαίων Ελλήνων, γ) μεγάλη βάρκα του πολεμικού ναυτικού με ιστία και μηχανή
- μικρό διαστημικό σκάφος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄκατος, ὁ, ἡ, [= 1. μικρό, ελαφρό πειρατικό πλοιάριο, σε Θουκ. 2. μικρό πανί].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άκατος», σ. 56. https://navalhistory.gr/lexiko/ακατοσ/