κατάπρυμα
επίρρ.
(ναυτ.) από την πλευρά της πρύμνης.
Ετυμολογία
< κατά-πρυμ(ος) + -α.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατάπρυμα», σ. 419. https://navalhistory.gr/lexiko/καταπρυμα/
Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κατάπρυμα
επίρρ.
(ναυτ.) από την πλευρά της πρύμνης.
< κατά-πρυμ(ος) + -α.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατάπρυμα», σ. 419. https://navalhistory.gr/lexiko/καταπρυμα/