περίπολος
η, ουσ.
- (στρατ.) μικρό στρατιωτικό απόσπασμα που έχει συγκεκριμένη ακτίνα δράσης και φροντίζει για την ασφάλεια των πολιτών αλλά και των εγκαταστάσεων
- (ναυτ.) πολεμικό πλοίο που εποπτεύει ένα συγκεκριμένο θαλάσσιο χώρο.
Ετυμολογία
< αρχ. περίπολος.
Παράγωγα
περιπολώ, περιπόλιο(ν) [= σταθμός περιπόλου, ή (γενικότερα) αμυντικό κτήριο], περιπολικό.
Σύνθετα
περιπολάρχης, περιπόλαρχος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περίπολος», σ. 654. https://navalhistory.gr/lexiko/περιπολοσ/