γυαλί[2]
το, ουσ.
- στερεό άμορφο σώμα, χωρίς κρυσταλλική δομή, ημιδιάφανο ή διάφανο, εύθραυστο, άκαμπτο και σκληρό
- το τζάμι
- καθρέφτης
- (ναυτ.) α) αλιευτικός φακός, β) βυθοσκόπιο, μεταλλικό δοχείο με γυάλινο πάτο, το οποίο χρησιμοποιούν οι ψαράδες, για να μπορούν πάνω από τη βάρκα να δουν στον βυθό
- ποτήρι
- (λαϊκότροπο) η τηλεόραση
- (μτφ.) α) κάθε λείο και στιλπνό αντικείμενο, β) (μτφ.) η χιονισμένη και συνάμα παγωμένη επιφάνεια του οδοστρώματος
- [πληθ.] τα γυαλιά, το διόφθαλμο τηλεσκόπιο, συνών. κιάλια
- (φρ.) «θάλασσα γυαλί», η πολύ ήρεμη θάλασσα.
Ετυμολογία
< μσν. γυαλίν < μτγν. ὑάλιον [υποκ.] < αρχ. ἡ ὕαλ(ος).
Σύνθετα
γυαλόχαρτο, λαμπόγυαλο, ματογυάλι, θαμπόγυαλο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γυαλί[2]», σ. 194. https://navalhistory.gr/lexiko/γυαλι2/