navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γυαλί[2]

γυαλί[2]

το, ουσ.

  1. στερεό άμορφο σώμα, χωρίς κρυσταλλική δομή, ημιδιάφανο ή διάφανο, εύθραυστο, άκαμπτο και σκληρό
  2. το τζάμι
  3. καθρέφτης
  4. (ναυτ.) α) αλιευτικός φακός, β) βυθοσκόπιο, μεταλλικό δοχείο με γυάλινο πάτο, το οποίο χρησιμοποιούν οι ψαράδες, για να μπορούν πάνω από τη βάρκα να δουν στον βυθό
  5. ποτήρι
  6. (λαϊκότροπο) η τηλεόραση
  7. (μτφ.) α) κάθε λείο και στιλπνό αντικείμενο, β) (μτφ.) η χιονισμένη και συνάμα παγωμένη επιφάνεια του οδοστρώματος
  8. [πληθ.] τα γυαλιά, το διόφθαλμο τηλεσκόπιο, συνών. κιάλια
  9. (φρ.) «θάλασσα γυαλί», η πολύ ήρεμη θάλασσα.

Ετυμολογία

< μσν. γυαλίν < μτγν. ὑάλιον [υποκ.] < αρχ. ἡ ὕαλ(ος).

Σύνθετα

γυαλόχαρτο, λαμπόγυαλο, ματογυάλι, θαμπόγυαλο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γυαλί[2]», σ. 194. https://navalhistory.gr/lexiko/γυαλι2/