άλμπα
η, ουσ.
- (ενδυμ.) λευκός μακρύς χιτώνας των καθολικών ιερέων και επισκόπων
- (ναυτ.) το χάραμα, η αυγή, λυκαυγές.
Ετυμολογία
< λατιν. albus [= λευκός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άλμπα», σ. 67. https://navalhistory.gr/lexiko/αλμπα/