navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τρίγγος και τρίγκος

τρίγγος

Και: τρίγκος

ο, ουσ.

(ναυτ.) ακάτιο ιστίο.

Ετυμολογία

< ιταλ. trinchetto.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τρίγγος και τρίγκος», σ. 843. https://navalhistory.gr/lexiko/τριγγοσ-και-τριγκοσ/