κέρας
το, ουσ. [γεν. κέρατος]
- το κέρατο.
- για οποιοδήποτε αντικείμενο που ομοιάζει με κέρατο
- (μουσ.) α) πνευστό μουσικό όργανο, το κόρνο, β) είδος σάλπιγγας που κατασκευάζεται από φυσικό κέρατο ζώου ή μέταλλο και στο παρελθόν χρησίμευε σε στρατιωτικούς σκοπούς [για έναρξη επίθεσης ή οπισθοχώρησης, για μετάδοση παραγγελμάτων και μηνυμάτων]
- (ναυτ.) η κυλινδρική κεραία που εξέχει από κατάρτι πλοίου προς την πλευρά της πρύμνης και στην οποία στηρίζεται η κορυφή του πανιού που έχει τραπεζοειδές σχήμα, αλλιώς πίκι, αντών. ράντα, κέρκος
- (ναυτ.) [φρ.] «κέρας ομίχλης», όργανο που εκπέμπει ισχυρό ηχητικό σήμα, έχει σχήμα κέρατος, και χρησιμοποιείται, κυρίως, από τα ιστιοφόρα σκάφη για ένδειξη της θέσης τους και αποφυγή σύγκρουσης σε περίπτωση ομίχλης, υποχρεωτικό στον εξοπλισμό ασφαλείας.
Ετυμολογία
< αρχ. κέρας.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κέρας», σ. 428. https://navalhistory.gr/lexiko/κερασ/