φρένο
το, ουσ.
- (τεχνολ.) μηχανισμός επιβράδυνσης και ακινητοποίησης του οχήματος, συνών. τροχοπέδη, χαλινωτήριο [= (στρατ.) όργανο σταθεροποίησης των πυροβόλων], (φρ.) «ποδοκίνητο / χειροκίνητο / ηλεκτροκίνητο φρένο», «φρένο πηδαλίου / κινδύνου»,
- (ναυτ.) α) όργανο ασφαλείας των σχοινιών χωρίς την ανάγκη του δεσίματος, β) (αρχ. - πληθ.) τα χαληνωτήρια, σχοινιά πρόσδεσης του σκάφους στη στεριά, γ) (φρ.) «φρένο μονό / διπλό / τριπλό / περιστρεφόμενο».
Ετυμολογία
< γαλλ. frein, ή
ή < ιταλ. freno < λατιν. frenum, [= χαλινάρι].
Παράγωγα
φρενάρω > φρενάρισμα, φρεναδόρος [= τροχοπεδητής], φρεναριστός.
Σύνθετα
ποδόφρενο, χειρόφρενο, αερόφρενο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φρένο», σ. 898. https://navalhistory.gr/lexiko/φρενο/