υποναυπηγός
ο/η, ουσ.
(ναυτ.) [παλαιότερα] βαθμός κατώτερου αξιωματικού του ναυπηγικού κλάδου στο Πολεμικό Ναυτικό, αντίστοιχος με τον υπολοχαγό του Στρατού Ξηράς, με καθήκοντα αρχιεπιστάτη ναυπηγού και υπομηχανικού.
Ετυμολογία
< υπο- + ναυπηγός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποναυπηγός», σ. 875. https://navalhistory.gr/lexiko/υποναυπηγοσ/