επίκαυση
η, ουσ.
- (ναυτ.) το επιφανειακό κάψιμο της γάστρας του πλοίου, των υφάλων, δηλ. των ξύλινων μερών που βρίσκονται κάτω από την ίσαλο γραμμή, που γίνεται για να καταστραφούν τα σκουλήκια και οι άλλοι μικροοργανισμοί που είναι προσκολλημένοι και κατατρώγουν το ξύλο
- (βοταν.) η αποξήρανση τμημάτων των φύλλων του αμπελιού εξαιτίας του ηλιακής θερμότητας
- [αρχ.] επιπόλαιο κάψιμο από τον ήλιο, καψάλισμα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίκαυσις.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίκαυση», σ. 291. https://navalhistory.gr/lexiko/επικαυση/