δίερση
η, ουσ.
(ναυτ.) κάθε περιστροφή σχοινιού [περασιά ή αλλιώς βόλτα] του σκάφους γύρω από ένα αντικείμενο κατά την στιγμή της πρόσδεσής του.
Ετυμολογία
< αρχ. δίερ(σις) -ση, < διείρω [= διέρχομαι ή διαπερνώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίερση», σ. 221. https://navalhistory.gr/lexiko/διερση/