μπάγκος
Και: πάγκος
ο, ουσ.
- μακρόστενο τραπέζι, ή οποιαδήποτε άλλη κατασκευή που επιτρέπει την εναπόθεση αντικειμένων, ή ως βάση για χειρωνακτική εργασία
- είδος καθίσματος χωρίς πλάτη, που επιτρέπει την ταυτόχρονη χρήση από άτομα
- (ειδικότ.) η οριζόντια σανίδα στην οποία κάθεται ο κωπηλάτης μιας βάρκας, συνών. σέλμα
- (φρ.) «κάθε κατεργάρης στον μπάγκο του», η επιστροφή στην καθημερινότητα, στην κανονικότητα, [για την κυριολεκτική σημασία της φράσης, κατεργάρηδες ονομάζονταν οι εργάτες που δούλευαν καταναγκαστικά, συνήθως στα κωπηλατικά ιστιοφόρα πλοία, εκτίοντας κάποια ποινή, δηλαδή τα κάτεργα. Οι κωπηλάτες, ή αλλιώς ερέτες, κάθονταν σε ξύλινους μπάγκους, αλλά όταν φυσούσε αέρας και το πλοίο μπορούσε να κινηθεί με το πανί, πολλοί απομακρύνονταν από τη θέση τους. Όταν, όμως ο αέρας σταματούσε, ακουγόταν από τους ανώτερους η εντολή: «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του»]
- τα χρήματα που καταθέτει κάποιος σε διαδικασία χαρτοπαιξίας
- (ναυτ.) αμμώδης ή βραχώδης ανύψωση του θαλάσσιου βυθού εξαιτίας ρευμάτων ή γεωλογικών μεταβολών, σε τέτοιο βαθμό, που να καθιστά επικίνδυνη την πλεύση σκάφους, συνών. σύρτη.
Ετυμολογία
< μσν. μπάγκος < ιταλ. banco, -ς < παλαιό γερμ. Bank [= κορμός κομμένος στο μήκος].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπάγκος και πάγκος», σ. 539. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαγκοσ-και-παγκοσ/