navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κλώσμα

κλώσμα

το, ουσ.

  1. κλώσιμο, γύρισμα, (κατ’ επέκτ.) μετατροπή, μεταστροφή
  2. (ναυτ.) νήμα φτιαγμένο από ίνες κάνναβης και το οποίο μαζί με άλλα όμοιά του συστρέφεται δεξιόστροφα για την κατασκευή του εμβόλου των σχοινιών, σπάγκος ή σφιλάτσο
  3. (για ποταμό) στριφογύρισμα
  4. μέριμνα, στενοχώρια.

Ετυμολογία

< αρχ. κλῶσμα < αρχ. κλώθω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλώσμα», σσ. 437-438. https://navalhistory.gr/lexiko/κλωσμα/