κλώσμα
το, ουσ.
- κλώσιμο, γύρισμα, (κατ’ επέκτ.) μετατροπή, μεταστροφή
- (ναυτ.) νήμα φτιαγμένο από ίνες κάνναβης και το οποίο μαζί με άλλα όμοιά του συστρέφεται δεξιόστροφα για την κατασκευή του εμβόλου των σχοινιών, σπάγκος ή σφιλάτσο
- (για ποταμό) στριφογύρισμα
- μέριμνα, στενοχώρια.
Ετυμολογία
< αρχ. κλῶσμα < αρχ. κλώθω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλώσμα», σσ. 437-438. https://navalhistory.gr/lexiko/κλωσμα/