αναδένω
ρ. [μετβ.]
- δένω κάτι προς τα πάνω
- α) δένω κάτι με σχοινί, β) ενώνω τις άκρες ενός κομμένου νήματος
- (ναυτ.) α) δένω το σκάφος με σχοινί από την πρύμνη άλλου πλοίου με σκοπό τη ρυμούλκηση, ρυμουλκώ, [ειδ. φρ.] «αναδένω πλοίο», β) δένω το ιστίο στην κεραία του σκάφους, «αναδένω ιστίο».
Ετυμολογία
< ανά- + δένω.
Παράγωγα
αναδετικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναδένω», σ. 77. https://navalhistory.gr/lexiko/αναδενω/