στραγγαλισμός
ο, και στραγγάλισμα, το, ουσ.
- δυνατό σφίξιμο του λαιμού, με τα χέρια ή με θηλιά, σε τέτοιο βαθμό που να επέλθει ασφυξία και στη συνέχει ο θάνατος, απαγχονισμός
- (ναυτ.) σφίξιμο των σχοινιών του πλοίου με στραγγάλη
- (μτφ.) διαστρέβλωση της πραγματικότητας, της αλήθειας.
Ετυμολογία
< μσν. στραγγαλισμός < στραγγαλισ- (< στραγγαλίζω) -μός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στραγγαλισμός», σ. 790. https://navalhistory.gr/lexiko/στραγγαλισμοσ/