navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στραγγαλισμός

στραγγαλισμός

ο, και στραγγάλισμα, το, ουσ.

  1. δυνατό σφίξιμο του λαιμού, με τα χέρια ή με θηλιά, σε τέτοιο βαθμό που να επέλθει ασφυξία και στη συνέχει ο θάνατος, απαγχονισμός
  2. (ναυτ.) σφίξιμο των σχοινιών του πλοίου με στραγγάλη
  3. (μτφ.) διαστρέβλωση της πραγματικότητας, της αλήθειας.

Ετυμολογία

< μσν. στραγγαλισμός < στραγγαλισ- (< στραγγαλίζω) -μός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στραγγαλισμός», σ. 790. https://navalhistory.gr/lexiko/στραγγαλισμοσ/