κοντάρι
το, ουσ.
- μακριά ξύλινη ή μεταλλική βέργα για το δέσιμο της σημαίας
- (στρατ.) πολεμικό όπλο, συνών. ακόντιο, δόρυ
- (ναυτ.) αλιευτικό καμάκι.
Ετυμολογία
< μτγν. κοντάριον, υποκ. του αρχ. αρσ. ουσ. κοντός [= κοντάρι με αγκίστρι, σταλίκι, κοντάρι βάρκας, αιχμή δόρατος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοντάρι», σ. 445. https://navalhistory.gr/lexiko/κονταρι/