navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κοντάρι

κοντάρι

το, ουσ.

  1. μακριά ξύλινη ή μεταλλική βέργα για το δέσιμο της σημαίας
  2. (στρατ.) πολεμικό όπλο, συνών. ακόντιο, δόρυ
  3. (ναυτ.) αλιευτικό καμάκι.

Ετυμολογία

< μτγν. κοντάριον, υποκ. του αρχ. αρσ. ουσ. κοντός [= κοντάρι με αγκίστρι, σταλίκι, κοντάρι βάρκας, αιχμή δόρατος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοντάρι», σ. 445. https://navalhistory.gr/lexiko/κονταρι/