navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακτοπλοΐα

ακτοπλοΐα

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. (ναυτ.) α) ναυσιπλοΐα που πραγματοποιείται σε κοντινές αποστάσεις από τις ακτές, β) (γενικ.) η τέχνη της θαλασσοπλοΐας που υποστηρίζεται από τη χρήση ναυτιλιακών οργάνων, όπως π.χ. της πυξίδας, του δρομομέτρου, του βυθομέτρου, του διπαράλληλου κανόνα, του διαβήτη των χαρτών για την εύρεση του γεωγραφικού στίγματος για την ασφαλή χάραξη της πορείας, γ) η πραγματοποίηση της εμπορικής και επιβατικής συγκοινωνίας μεταξύ λιμένων των ακτών ή των νήσων
  2. (νομ.) το αποκλειστικό δικαίωμα της θαλάσσιας, ποτάμιας ή λιμναίας συγκοινωνίας εντός των ορίων του κράτους.

Ετυμολογία

ακτ(ή) -ο- + -πλοΐα < + πλόος < πλέω.

Παράγωγα

ακτοπλοϊκός [= αυτός που σχετίζεται με την ακτοπλοΐα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακτοπλοΐα», σσ. 60-61. https://navalhistory.gr/lexiko/ακτοπλοια/