έπαρμα
το, ουσ.
- το μέρος εκείνο που προεξέχει από μία επιφάνεια
- (ιατρ.) προεξοχή οστού ή οργάνου του σώματος
- (ναυτ.) «έπαρμα ιστίου», φούσκωμα που κάνουν τα μαζεμένα πανιά ιστιοφόρου μέσα από το περικάλυμμά τους.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπαίρω [= υψώνω] < ἐπί + αἴρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έπαρμα», σ. 284. https://navalhistory.gr/lexiko/επαρμα/