navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έπαρμα

έπαρμα

το, ουσ.

  1. το μέρος εκείνο που προεξέχει από μία επιφάνεια
  2. (ιατρ.) προεξοχή οστού ή οργάνου του σώματος
  3. (ναυτ.) «έπαρμα ιστίου», φούσκωμα που κάνουν τα μαζεμένα πανιά ιστιοφόρου μέσα από το περικάλυμμά τους.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπαίρω [= υψώνω] < ἐπί + αἴρω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έπαρμα», σ. 284. https://navalhistory.gr/lexiko/επαρμα/